ακονίζω


ακονίζω
ακονίζω, ακόνισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακονίζω — και ακονώ άω (Α ἀκονῶ) 1. κάνω με το ακόνι κοφτερή την κόψη μεταλλικού οργάνου, τροχίζω «ακονίζω το μαχαίρι» «ἀκονῶ λόγχην» (Ξεν. Κύρ. Παιδ. 6, 2, 33) «ἀκονᾱσθαι μαχαίρας» (Ξεν. Ελλ. 7, 5, 20) 2. οξύνω, ασκώ κάποιον ή κάτι σε κάτι «ακονισμένο… …   Dictionary of Greek

  • ακονίζω — [аконизо] р. точить, оттачивать, заострять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ακονίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. τροχίζω: Έδωσε τα μαχαίρια να ακονιστούν. 2. ασκώ, οξύνω το νου κάποιου: Τα μαθηματικά ακονίζουν το μυαλό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προακονώ — άω, Α ακονίζω κάτι εκ τών προτέρων ή ακονίζω κάτι από μπροστά. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀκονῶ «ακονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • προθήγω — Α ακονίζω κάτι προηγουμένως ή ακονίζω κάτι στην άκρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + θήγω «οξύνω, ακονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • ακονώ — ( άω) (Α ἀκονῶ) 1. ακονίζω, τροχίζω 2. προκαλώ, εξωθώ, εξάπτω φρ. «ἠκόνησαν ὡς ρομφαίαν τὰς γλώσσας αὐτῶν» (ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκόνη. ΠΑΡ. ακονητής αρχ. ἀκόνησις μσν. νεοελλ. ακονίζω νεοελλ. ακόνημα] …   Dictionary of Greek

  • εξακονίζω — και ξακονίζω [ακονίζω] ακονίζω, τροχίζω …   Dictionary of Greek

  • καταθήγω — (Α) ακονίζω, τροχίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + θήγω «ακονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • λιμάρω — 1. ρινίζω, ακονίζω, ξύνω κάτι με τη λίμα 2. μτφ. φλυαρώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. limare «ακονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • παραθήγω — ΜΑ 1. διεγείρω, ερεθίζω 2. παρορμώ, παρακινώ («τὴν ψυχὴν τοῑς καλλίστοις τῶν μελῶν παραθήγειν», Πλούτ.) αρχ. ακονίζω κάτι με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + θήγω «ακονίζω»] …   Dictionary of Greek